Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Παραμυθένιες Αλήθειες (ΕΜΣ 23-3-2016)


Σας καλωσορίζω στην παρουσίαση του βιβλίου της Νέλλης Μελίδου-Κεφαλά, στο εξής Νέλλης, για την αγαπημένη μας Σύλλη. Μαζί με το προ δεκαετίας βιβλίο του προέδρου μας, Τάκη Σαλκιτζόγλου, οι "Πρόσφυγες από τη Σίλλη Ικονίου" σηματοδοτούν την έναρξη μιας νέας αναζήτησης της Σύλλης, από την αποστασιοποιημένη γενιά θα έλεγα: όπως συχνά συμβαίνει, η πρώτη, και πολλές φορές και η δεύτερη, γενιά μεταναστών δεν έχει μάτια και αυτιά για την παλιά πατρίδα, αλλά μόνο για την καινούργια ... και είναι οι επόμενοι, κάποιοι από τους επόμενους, που έχουν την άνεση και την ηρεμία να ατενίσουν ψύχραιμα προς τα πίσω, να ξεθάψουν κειμήλια και μαρτυρίες, να ανασυνθέσουν αυτό που λιγότερο ή περισσότερο τους σφράγισε.

Το βιβλίο της Νέλλης βασίζεται σε ανεκτίμητης αξίας μαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις Συλλαίων πριν από 30+ χρόνια: οι σημαντικότεροι από τους Συλλαίους εκείνους, η πρώτη γενιά όπως τους αποκαλεί η Νέλλη, οι γεννημένοι δηλαδή ως το 1914, δεν βρίσκονται πια ανάμεσα μας ... και έχουν βέβαια εκλείψει και πολλοί από την δεύτερη γενιά, οι γεννημένοι δηλαδή ως το 1933. Οι συνεντεύξεις αυτές, έξυπνα καθοδηγούμενες και ερμηνευόμενες από την Νέλλη, αποτέλεσαν τον κορμό της ανέκδοτης μεταπτυχιακής εργασίας της του 1987 που έγινε στα πλαίσια του μεταπτυχιακού σεμιναρίου Λαογραφίας της καθηγήτριας Άλκης Κυριακίδου-Νέστορος, στην οποία επίσης είμαστε ευγνώμονες. Ευγνώμονες είμαστε βεβαίως και στους Αδερφούς Κυριακίδη, που έκαναν την ανέκδοτη μελέτη βιβλίο πριν από μισό χρόνο. Και ευτυχείς για το ταξίδι της Ένωσης Συλλαίων στην Σύλλη τον Αύγουστο του 2010, που, όπως η ίδια η Νέλλη γράφει στον πρόλογο, την παρακίνησε να προχωρήσει τελικά σε έκδοση της μελέτης. Ο ετεροχρονισμός της έκδοσης είχε και μια μεγάλη παράπλευρη ωφέλεια: το συνοδευτικό δισκάκι ... όπου οι περισσότεροι Συλλαίοι θα ακούσουν, πολύ καθαρά, την αφήγηση κάποιου συγγενή ή φίλου ή συγγενή φίλου ... που θα μπορούν βέβαια να ακούσουν ακόμη και οι απόγονοι τους!

Σας διαβάζω ένα απόσπασμα που μου αρέσει ιδιαίτερα ... από Συλλαία τρίτης γενιάς:

Από τα τόσα σπίτια που μού'χει περιγράψει, του μπαμπά της, το δικό της, της μάνας της, της αδελφής της, μου'χει μείνει το πιο έντονο από όλα η αυλή του δικού της σπιτιού με τις πλάκες που σαπούνιζαν, λέει, κάθε μέρα. Τώρα ποιος τις σαπούνιζε θα σε γελάσω και δεν το θέλω. Πάντως κάθε μέρα, λέει, οι πλάκες της αυλής σαπουνιζότανε. Και ανάμεσα, λέω, γιαγιά, ήταν με χορταράκια; Ναι, λέει, ναι, έβγαιναν χόρτα ανάμεσα αλλά εκείνα τα κόβαμε, Θυμάμαι έναν πολύ περιποιημένο κήπο κι από μια πολύ παλιά φωτογραφία του παππού, δύο μέρες πριν φύγει για την ομηρία και ταλαιπωρημένος μπροστά σε μια σκάλα, έχω τη σκάλα μπροστά μου, την έχω δει τέλος πάντων, με ξύλινα κάγκελα, πέτρινη σκάλα, όχι μαρμάρινη, με πέτρες, με λουλούδια από δω κι από κει απ' τη σκάλα, ένα μικρό χαγιάτι, όχι τούρκικο στυλ, πιο πολύ μπορώ να πω ότι αυτό έμοιαζε με μακεδονίτικο, κάπως έτσι, μπαλκόνι δηλαδή χαμηλό, πέντε σκαλιά πάνω από το έδαφος, γύρω στα δύο μέτρα φάρδος γύρω-γύρω, λουλούδια από κάτω που να ανεβαίνουν μέχρι τα κάγκελα και μια αυλή πάρα πολύ μεγάλη, μ' αυτές τις σαπουνισμένες πλάκες. Και μου δημιουργούσε την εικόνα και "καλά έλεγα και το χειμώνα΄" "Και το χειμώνα, μου 'λεγε, κατεβαίναμε και σαπουνίζαμε τις πέτρες για να'ναι πάντα άσπρες." Τώρα αφορούσε το δικό της σπίτι αυτό το σαπούνισμα, αφορούσε της μάνας της, δεν ξέρω. Αυτό μου έχει μείνει πολύ έντονα "και καλά, έλεγα, όταν είχε κρύο πως τα σαπουνίζατε δεν έβγαινε ατμός;" "Έβγαινε, μου 'λεγε, και έκανε όλο συννεφάκια-συννεφάκια όταν σαπουνίζαμε". Αυτό μου έχει μείνει πιο έντονο.

Το απόσπασμα αυτό δείχνει την αγωνία αλλά και την μέθη της κατάδυσης στο παρελθόν: όσα και να ακούσουμε ή διαβάσουμε για την Σύλλη και για τα σπίτια των προγόνων μας, την ζωή τους ΕΚΕΙ δεν μπορούμε να την νοιώσουμε στο πετσί μας, και γι αυτόν τον λόγο πασχίζουμε να φανταστούμε πως ακριβώς ήταν... Το απόσπασμα δείχνει επίσης, έμμεσα, την θέση της γυναίκας: η μεγάλη, μέγιστη θα έλεγα, καθαριότητα, συμβάδιζε με μέγιστη υποταγή στην οικογένεια, στον σύζυγο, στην οικογένεια του συζύγου... Συμβάδιζε επίσης αυτή η καθαριότητα με την πολυπλοκότητα και ομορφιά της γυναικείας φορεσιάς (για την οποία μας μίλησε διεξοδικά η Νέλλη το 2013) και γενικότερα με την μεγάλη δεξιότητα στο κέντημα ή στην ταπητουργία: αυτή η δεξιότητα έσωσε πολλές Συλλαίες στην Ελλάδα, ιδίως αυτές που έφτασαν εδώ χωρίς τον σύζυγο ή αδελφό ή πατέρα. Και πράγματι, ακόμη και στο απόσπασμα που διάβασα, υπάρχει η σκιά του άνδρα, αλλά και του θανάτου: ο παππούς στην σκάλα που αναφέρει η αφηγήτρια δεν γύρισε ποτέ από την εξορία. Όλα αυτά τεκμηριώνονται στο βιβλίο της Νέλλης: και η ευτυχισμένη ζωή στο σπίτι της Σύλλης και τα της θανατηφόρου εξορίας (αλλά και μετάβασης στην Ελλάδα), στα οποία αφιερώνεται ειδικό και εξαιρετικά ενδιαφέρον κεφάλαιο (Η Τομή, 1920-1924). Αντίστροφα, παρατηρούμε ότι ζωντανή παραμένει η ανάμνηση της Σύλλης κυρίως σε αυτούς που είχαν την ευκαιρία, όπως η αφηγήτρια, να γαλουχηθούν στην παιδική τους ηλικία με τα 'παραμύθια' μιας Συλλαίας γιαγιάς -- ας θυμηθούμε εδώ και ένα απόφθεγμα από το "Μεγάλο μας Τσίρκο": "όσα χωράνε στην αλήθεια δεν τα βαστάν τα παραμύθια". 

Παραμύθια βεβαίως μπορούσαν να ακούγονται καμιά φορά και από άνδρες, όπως δείχνει η παρακάτω αφήγηση μιας άλλης Συλλαίας τρίτης γενιάς, στην οποία επιπλέον αναδεικνύονται με γλαφυρό τρόπο ο εκδηλωτικός και φιλόξενος χαρακτήρας των Συλλαίων και γενικότερα των Καραμανλήδων:

Απ' όσους Σμυρνιούς και Πολίτες γνώρισα, η συμπεριφορά των Ελλήνων των παραλίων της Μ. Ασίας ήταν πολύ διαφορετική από των Ελλήνων της ενδοχώρας, να πούμε των Καραμανλήδων (...) Οι Καραμανλήδες είναι συνήθως διαχυτικοί, ανοιχτοί, εύκολοι στις σχέσεις τους, δεν έχουν εκείνη την ελιτίστικη συγκρατημένη συμπεριφορά, έχουν μια γενναιοδωρία. Δηλαδή να πας στο σπίτι τους και να μη σε ταΐσουν; Το "τε" εκείνο της γιαγιάς δεν θα το ξεχάσω. "Τε, τε" ή το "μπούερουμ". Καταλάβαινες ότι και φτωχός ευχαριστιόταν να σε φιλεύει. Κι ο φτωχός που θα στερούνταν. Το αισθανόταν. Γνήσιος ήταν όταν έλεγε "φάε". Όχι "φάε και άμα δεν φας, καλό θα μας κάνεις" αλλά αισθανόταν προσβεβλημένος άμα δεν έτρωγες το φαΐ του. Ναι, υπάρχει μια πολύ πιο έντονη διαχυτικότητα, ανοιχτόκαρδη συμπεριφορά, πώς να στο πω. Θέλουν μια μικρή αφορμή για να ανοιχτούν. Εύκολοι στο κλάμα, στις φωνές, στην υπερβολική εκδηλωτικότητα, στην υπερβολή στις εκδηλώσεις γενικά. Κάποια υπερβολή στις εκδηλώσεις τους γενικά. Κλάμα, γέλιο, εύκολο (...) Εκείνη την τάση να μεταχειρίζονται πολύ συχνά γνωμικά. Γνωμικά που δεν είναι τόσο συνηθισμένα εδώ στους ντόπιους, ιστορίες του Ναστρεντίν, γνωμικά και ιστορίες ανατολίτικες που ο πατέρας μου συχνά, μα πάρα πολύ συχνά ανέφερε (...)

Στην συνέχεια της αφήγησης προκύπτει πως οι Συλλαίοι άνοιγαν το στόμα τους όχι μόνο για να πουν παραμύθια, αλλά και ... για να φάνε, να φάνε βαριά και πολύ! Συγκλονιστική έως και ξεκαρδιστική είναι η αντίθεση ανάμεσα στους πολυκρεατοφάγους Συλλαίους και στους εξ ανάγκης λιτοδίαιτους νησιώτες: στο βιβλίο περιγράφονται δύο περιστατικά -- από Κέρκυρα και Κεφαλονιά -- όπου πάει ο Συλλαίος να αγοράσει 'λίγο' κρέας και τον ρωτάει ο κρεοπώλης αν έχει ταβέρνα! Και βέβαια κάτι τέτοια περιστατικά αναδεικνύουν και ένα κάποιο αίσθημα ανωτερότητας των Συλλαίων έναντι των εντόπιων Ελλήνων, που βοήθησε στην επιτυχή ένταξη τους στην Ελληνική κοινωνία, και που η Νέλλη τεκμηριώνει πολύ καλά μέσα από πολλές αφηγήσεις: αυτοί ήταν πιο πολύ έμποροι, φιλόδοξοι και ευέλικτοι, ενώ οι ντόπιοι κάπως κοιμισμένοι και με δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία συνήθως. (Αλλά και δημόσιοι υπάλληλοι έγιναν οι Συλλαίοι, συνεχίζοντας την σιδηροδρομική παράδοση από την Τουρκία, παράδοση που είχαν αναπτύξει με αφορμή την εγγύτητα στο Ικόνιο και την ακαταλληλότητα των εντόπιων Τούρκων, "των Τούρκων ΤΟΥΣ" όπως, στοργικά μάλλον, τους θυμούνταν.) 

Επειδή βρισκόμαστε στην Σαρακοστή και ανέφερα κρέατα παραπάνω ... ας αναφέρουμε και κάτι νηστίσιμο ... μέσα από τα λόγια μιας Συλλαίας δεύτερης γενιάς:

Όταν το '33 ήρθαμε (από την Αθήνα), το '34 πήγαμε στο συνοικισμό Ικονίου [Θεσσαλονίκη] και καθόμασταν στην οδό Απολλωνιάδος. Εκεί ήταν όλοι οι πατριώτες, ο Χρυσάνθου, ο Μυλωνάς, ο Χαράλαμπος ο Μπατζόγλου, ο Αγάπιος ο Βαλαβάνης. Αυτοί κάνανε σειρά τα Σάββατα και γιορτές. Συγκεντρώνονταν κάθε φορά σε διαφορετικό σπίτι και παίζανε χαρτιά -σκαμπίλι παίζανε- όλοι άντρες και γυναίκες. Φυσικά δεν παίζανε σε λεφτά, λέγανε ποιος θα χάσει, θα κάνει χαλβά. Τα σιλλελήδικα τα λέγανε για αστειότητες. Δε νομίζω ότι ξέχασε κανένας τίποτα, ακόμα και μετά από χρόνια όταν βλεπόντουσαν και μετά τον πόλεμο που πλέον είχαμε αλλάξει κατοικίες, ο καθένας, είχαμε, εξακολουθούσαμε να έχουμε επαφές και επισκέψεις τυπικές. Ε, ο πόλεμος δημιούργησε πολλές απουσίες και κάπως αποξενώθηκαν. Αλλά οι επισκέψεις οι τυπικές συνεχίζονταν για αρκετά χρόνια. Τώρα λείπουν όλοι αυτοί πλέον...

Πέρα από την αγάπη για τον χαλβά και την ανάγκη να ζουν με συμπατριώτες, το απόσπασμα αυτό αγγίζει και ένα άλλο ευαίσθητο θέμα, αυτό της Ελληνοφωνίας των Συλλαίων, που ίσως δεν το τονίζουμε όσο πρέπει. Αλλά γιατί δεν το τονίζουμε; Πολύ απλά, γιατί η Σιλλιώτικη διάλεκτος φαινόταν κατώτερη, ακόμη και 'αστεία', σε σχέση με την κοινή Νεοελληνική δημοτική -- κατώτερη και στους Έλληνες δασκάλους που δίδαξαν στην Σύλλη, όπως τεκμηριώνεται στο βιβλίο. Αλλά και πολλά άλλα πολιτιστικά στοιχεία φαίνονταν κατώτερα, τόσο που πολλοί από εμάς χάσαμε την ευκαιρία για περισσότερες πληροφορίες όσο οι μεγαλύτεροι ήταν ακόμη κοντά μας... (Υπάρχουν ακόμη εν ζωή ομιλητές της διαλέκτου, και η Ένωση Συλλαίων θα προσπαθήσει να κάνει κάτι γι αυτήν ... όπως και για την γειτονιά όπου τόσο πολύ ακούγονταν τα Σιλλελίδικα πριν από οκτώ δεκαετίες! Με την ευκαιρία, όσοι από εσάς δεν βρίσκεστε σε επαφή με την Ένωση και ενδιαφέρεστε για τις δραστηριότητες της, παρακαλώ ελάτε να με βρείτε μετά το πέρας της αποψινής εκδήλωσης.)

[I welcome you to the presentation of Nellie Melidou-Kefala's, from here on Nellie's, book about our beloved Sille. Together with our president Takis Salkitzoglou's book, published ten years ago, "Refugees from Sille of/near Konya" mark the beginning of a new search for Sille, by the detached generation I would say: as it often happens, the first, and often the second, immigrant generation has no eyes and ears for the old homeland, but only for the new one ... and they are the next folks, some of them anyway, who have the comfort and the calm to coolly gaze backwards, to unbury heirlooms and testimonies, to recompose what has to a greater or lesser extent stamped them.

Nellie's book is based on invaluable interviews by Silleans recorded 30+ years ago: the most important of those Silleans, the first generation as Nellie calls them, that is those born up to 1914, are no longer with us ... and likewise gone are many from the second generation, those born up to 1933. These interviews, cleverly guided and interpreted by Nellie, formed the core of her unpublished grauate thesis of 1987, written in the context of the graduate Folk Studies seminar led by Professor Alki Kyriakidoy-Nestoros, to whom we are likewise indebted. Indebted we are of course to Kyriakidis Brothers as well, who turned the unpublished thesis into a book half a year ago. And happy we are for the Sillean Union's journey to Sille in August 2010, which, as Nellie herself writes in the introduction, motivated her to finally proceed into publishing the thesis. This delay of publication came with a great side benefit: the accompanying CD ... where the majority of Silleans will hear, very clearly, the narrative of a relative or friend or relative of a friend ... that will certainly be accessible even to their descendants! 

I am reading to you a passage I particularly like ... from a third generation Sillean woman:

Among so many houses she has described, her father's, her own, her mother's, her sister's, what has stayed with me most vividly is the backyard of her house with the tiles they used to soap, she says, daily. Now who used to soap them I cannot tell you for sure. Anyhow, the tiles, she says, were soaped daily. And between them, grandma, I said, used to be some grass? Yes, she says, grass sprouted in between but we would cut it. I recall a garden very well taken care of, through a very old photo of grandpa, two days before leaving for Exile and worn out in front of a staircase, I see the staircase right in front of me, I have seen it anyway, with wooden handrail, stone staircase, not of marble, with stones, with flowers on both sides of the staircase, a small porch, not of Turkish style, I can say it looked more like Macedonian, like that, a low balcony in other words, five steps above the ground, about two meters wide all around, flowers underneath climbing up to the handrail and a backyard really large, with all these soaped tiles. And it was creating an image, and "why, even in the winter?" "in the winter, too, she used to say, we would come down and soap the stones in order to be always white". Now did this soaping have to do with her own house or her mother's, that I do not know. What has stayed with me very vividly "alright, I used to say, when it was cold how did you soap them, wasn't there some steam?" "Yes, it would spew out, she used to say, and it kept making little clouds all over when we soaped". This has stayed most vividly with me.    

This passage exposes the agony, as well as the intoxication, of diving into the past: no matter how much we hear or read about Sille and our ancestors, their life THERE we cannot quite feel under our skin, and for this reason we struggle to imagine how exactly it was... The passage also exposes, indirectly, the situation of women: this great, maximum I would say, tidiness went hand in hand with maximum submission to the family, the husband, the husband's family... It also went hand in hand with the complexity and beauty of the female traditional dress (about which Nellie lectured to us in great detail in 2013) and, more generally, with the great dexterity in embroidery and tapestry: this dexterity saved many Sillean women in Greece, especially those that arrived here without their husband or brother or father. Indeed, even in the passage I just read, there exists the shadow of man, and of death as well: the grandpa at the staircase mentioned by the narrator never returned from exile. All this is documented in Nellie's book, both the happy life in the Sille house and the deadly exile (as well as the journey to Greece), to which a separate and exceedingly interesting chapter is devoted (The Cut, 1920-1924). Conversely, we notice that the memory of Sille remains alive primarily with those that had the chance, as the narrator, to be nurtured with the 'tales' of a Sillean grandmother -- let us recall here a dictum from "Our Grand Circus": "what fits into truth tales cannot sustain". 

Tales could of course be heard sometimes from men, too, as demonstrated by the following narration of another third generation Sillean woman, which in addition showcases vividly the extroverted and hospitable character of Silleans and, more generally, Karamanlides:

Judging from all the Smyrniots and Constantinopolitans I have known, the behavior of the Greeks from the coast of Asia Minor was very different from that of the Greeks of the heartland, the Karamanlides let's say (...) Karamanlides are usually effusive, open, easy to be friends with, they do not exhibit that elitist reserved behavior, they show some generosity. In other words, to go to their home and not be treated? That "te" of grandma I shall not forget. "Te, te", or "bür'um" . You felt that even the poor man delighted in treating you. Even the poor man who was going to make a sacrifice. He felt it. He was genuine when he said "eat". Not "eat, and should you not, you will do us a favor" but he felt insulted if you did not eat his food. Yes, there is a much more intense effusiveness, open heart behavior, how do I tell you. They need just a small excuse to open up. Quick to cry, to yell, to excessive extroversion, to be overly extroverted in general. A certain hyperbole in their manifestations in general. Crying, laughing, easy (...) That tendancy to use proverbs very often. Proverbs not that common here among the locals, Nastredin stories, oriental proverbs and stories that my father often, all too often, mentioned (...)     

From the rest of the narration it follows that Silleans opened their mouth not only to tell tales, but also ... to eat, to eat heavily and excessively! Stunning as well as hilarious is the contrast between the multi-meat-eating Silleans and the frugal-by-necessity islanders: the book cites two incidents -- one from Kerkyra, one from Kefalonia -- where the Sillean goes to buy 'a bit' of meat and the butcher asks him if he owns a tavern! And such incidents certainly showcase a certain feeling of superiority of Silleans toward the local Greeks, which contributed to their successful assimilation into Greek society, and which Nellie documents very well through many narrations: they were more commerce-minded, ambitious and flexible, whereas the locals were somewhat sleepy and of a state employee mentality usually. (But Silleans turned into state employees, too, continuing the railroad tradition from Turkey, a tradition they had developed on account of proximity to Konya and unsuitability of local Turks, "THEIR Turks", as they rather fondly remembered them.)

Since we are in the middle of Lent and I mentioned meat above ... let us also mention some fasting food ... through the words of a second generation Sillean woman:

When we arrived in 1933 (from Athens), in 1934 we moved to the Ikonio district [Thessaloniki] and settled in Apolloniados street. There were all fellow Silleans: Chrysanthou, Mylonas, Charalambos Batzoglou, Agapios Valavanis. They took turns for Saturdays and feasts. They gathered each time in a different house and they played cards -- they played scabili -- all together, men and women. Of course they did not play for money, they just said whoever loses makes halva. Sillean was spoken jocularly. I do not think anyone has forgotten anything, even years afterward when they would see each other, even after the war by when we had moved to other houses, we all continued to be in touch and visit each other. Well, the war created many absences and folks drifted away somewhat. But formal visits went on for several years. Now all these people are gone...  

Besides a love for halva and a need to live close to compatriots, this passage also touches upon another sensitive issue, that of the Silleans' Greek tongue, which perhaps we do not stress as much as we should. But, why do we not stress it? Very simply, because Sillean dialect appeared to be inferior, even 'funny', in comparison to modern Greek demotic koine -- inferior also appeared to the Greek teachers who taught in Sille, as is documented in the book. But many other cultural elements also appeared to be inferior, so much so that many of us missed the opportunity for more information while the elders were still among us... (There are still speakers of the dialect alive, and the Sillean Union will try to do something about it ... as well as for the neighborhood where so much Sillean was heard eight decades ago! By the way, any of you not in contact with the Sillean Union but interested in its activities, please come find me after the end of tonight's event.)]


Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

"Πρόσφυγες από τη Σίλλη Ικονίου" -- Θεσσαλονίκη


Διαβάστε επίσης σχόλια για το βιβλίο στην Μικρασιατική Ηχώ (Τ. Σαλκιτζόγλου) και εδώ (Γ. Μπαλόγλου).

[Nelli Melidou-Kefala's book "Refugees from Sille (of/near Konya): the adaptation of a community of merchants in Greece" will be presented at the Hall of the Society for Macedonian Studies (Ethnikis Amynis 4, Thessaloniki) on Wednesday, March 23, 2016, 7 pm]

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

Χίλιες και Μία Εκκλησίες, 13 [14] Μαΐου 1905

Μεταφράζω εδώ μία επιστολή της φημισμένης περιηγήτριας (και όχι μόνον) Γερτρούδης Μπελ (Gertrude Bell), γνωστής τελευταία και ως "Βασίλισσας της Ερήμου", προς τον πατέρα της, Hugh Bell: η επιστολή -- γραμμένη στις 14 και όχι 13 Μαΐου του 1905 (όπως αποκαλύπτει το ίδιο της το περιεχόμενο) -- έχει μεγάλη ιστορική αξία, όχι μόνο επειδή αναφέρει την Σύλλη μας στην δεύτερη παράγραφο, αλλά και επειδή περιγράφει την πρώτη επίσκεψη της συγγραφέως στις Χίλιες και Μία Εκκλησίες (Binbirklisse) ... που ήταν και ο προάγγελος της συνεργασίας της με τον διάσημο αρχαιολόγο και θεολόγο William Mitchell Ramsay (συγγραφέα, ανάμεσα σε πολλά άλλα, του "Impressions from Turkey") και του περίφημου βιβλίου τους "The Thousand and One Churches" ... που είναι μια πολύτιμη μαρτυρία για τον Χριστιανισμό της Λυκαονίας. (Την περιοχή αυτή προγραμματίζαμε να επισκεφθούμε κατά την περυσινή ματαιωθείσα εκδρομή της Ένωσης Συλλαίων, και αυτό είναι ένας ακόμη λόγος που αναρτώ εδώ ολόκληρη την επιστολή της Μπελ.)  

Η επιστολή που θα διαβάσετε παρακάτω μεταφρασμένη προέρχεται από το Αρχείο Γερτρούδης Μπελ (Gertrude Bell Archive) στο Πανεπιστήμιο του Νιουκάστλ (Newcastle University). Από το ίδιο Αρχείο προέρχεται και τμήμα της ημερολογιακής εγγραφής της Κυριακής 7ης Μαΐου 1905 (Κυριακή του Θωμά), που περιλαμβάνει την επίσκεψη στην Σύλλη και στον Άγιο Χαρίτωνα: το τμήμα αυτό παρεμβάλλεται μεταφρασμένο και εντός αγκίστρων στην μετάφραση της επιστολής, ανάμεσα στην δεύτερη και στην τρίτη παράγραφο της. Στο ίδιο Αρχείο, και σε φωτογραφίες της Μπελ, παραπέμπουν και κάποιοι σύνδεσμοι.

Πολυαγαπημένε μου Πατέρα,

Αν είχες διαβάσει -- και ποιος ξέρει, ίσως να έχεις! -- τα πιο πρόσφατα βιβλία των Γερμανών αρχαιολόγων θα είχες κατενθουσιαστεί γνωρίζοντας που βρίσκομαι. Μόνο πες του Αμβρόσιου και δες την ανατριχίλα του. Αλλά πρέπει ν' αρχίσω από την αρχή και να σου πω για το Ικόνιο. Έμεινα 4 μέρες -- και επιστρέφω με το τέλος αυτής της μικρής περιήγησης -- και πέρασα υπέροχα.

Κατ' αρχήν ο Γερμανός Πρόξενος (ονομαζόμενος Λόυτβεντ) είναι εξαιρετικά ευφυής και η μικρόσωμη σύζυγος του πολύ ευχάριστη. Την επαύριο της άφιξης μου με πήγε να δω ένα Ελληνικό χωριό [Σύλλη] στους λόφους μία περίπου ώρα έξω από το Ικόνιο, όπου υπάρχει μία εκκλησία [Αρχάγγελος Μιχαήλ] που νόμισε ότι μπορεί να μ' ενδιαφέρει. Ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, σύμφωνα με την παράδοση κτισμένη από την Αγία Ελένη, και, κρίνοντας από την αρχιτεκτονική της, θα έλεγα ότι η παράδοση αυτή ευσταθεί. Υπήρχε και μία πετροκομμένη εκκλησία [Κυριακόν] εξίσου παλαιά, αν όχι παλαιότερη, αλλά καθώς ήταν Κυριακή [7 Μαΐου] και ο κόσμος προσεύχονταν δεν μπορούσα να τις χαρτογραφήσω, οπότε επέστρεψα την [μεθ]επόμενη μέρα [9 Μαΐου] και με απασχόλησαν όλο το πρωί. Ήταν ένα χωριό ταπητουργίας, και ύστερα από τον περίπατο μας ο Λόυτβεντ και εγώ πήγαμε για γλυκό του κουταλιού και νερό σε μια θαυμάσια Ελληνική οικογένεια, και εξετάσαμε τα χαλιά τους στους αργαλειούς και μας σέρβιραν πανέμορφες Ελληνίδες. Την επόμενη μέρα [10 Μαΐου] που ξαναπήγα ο ηλικιωμένος παπάς μού είπε για μια δεύτερη εκκλησία [Άγιος Ευστάθιος] σε ένα ακόμη Ελληνικό χωριό [Μεράμ] και ξόδεψα άλλο ένα πρωινό χαρτογραφώντας την, μια και ήταν εξίσου ενδιαφέρουσα με την πρώτη. Θα έλεγα ότι αυτά τα χωριά είναι Χριστιανικά από την εποχή του Αποστόλου Παύλου και ο Ελληνικός πληθυσμός τους σίγουρα κατάγεται από Ελληνικές προχριστιανικές κοινότητες. Όταν αναλογιστείς τι κατακλυσμούς πέρασαν άνθρωποι και θρησκεία χωρίς να αφανιστούν, από πόσα χέρια πέρασαν και πόσες ανομίες βίωσαν, θα παραδεχθείς ότι η ύπαρξη τους είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτη.

{Οδηγήσαμε [7 Μαΐου] στο Μοναστήρι όπου υπάρχουν πολλές σπηλιές ασκητών και ένα παλιό μοναστήρι [Άγιος Χαρίτων] κομμένο μέσα στον μαλακό βράχο με ένα μεγάλο παρεκκλήσι, όχι πολύ παλιό -- 13ος αιώνας; Επίσης στην Σύλλη, ένα πολύ ενδιαφέρον μέρος με παλαιούς Έλληνες και μουσουλμάνους. Υπάρχει μία εκκλησία [Αρχάγγελος Μιχαήλ] για την οποία λέγεται ότι κτίστηκε από την Αγία Ελένη και ένα πολύ ωραίο πετροκομμένο παρεκκλήσι [Κυριακόν], της ίδιας εποχής θα έλεγα. Φτιάχνονται χαλιά από τους Έλληνες. Κερδίζουν μιάμισυ με δύο πιάστρες την ημέρα, για 10 ώρες δουλειάς. Πήγαμε για γλυκό του κουταλιού και νερό σε μια υπέροχη Ελληνική οικογένεια και μας σέρβιρε μία εξαιρετικά όμορφη κοπέλα με κόκκινο φόρεμα και κίτρινο μαντήλι. Είδαμε τα χαλιά, μερικά από τα οποία ήταν θαυμάσια, πολύ καλή δουλειά. Στέλνονται στην Κων/πολη. Ένας ή δύο κεφαλαιούχοι κατευθύνουν την εργασία και εφοδιάζουν τον κόσμο με υλικά και μοτίβα. Φαίνεται πως όλοι εργάζονται στα σπίτια τους.}

Πέραν όλων αυτών, πέρασα πολλές ώρες φωτογραφίζοντας και θαυμάζοντας στο Ικόνιο. Έχει 4 ή 5 τεμένη που είναι, με τον τρόπο τους, όμορφα όσο οποιοδήποτε αρχιτεκτόνημα. Οι θόλοι και οι κόγχες είναι μια αποθέωση ανεκτίμητων πλακιδίων, τα παράθυρα και οι πύλες ένα θαύμα λεπτομερούς γλυπτικής. Είναι όλα υπό ερείπωση -- είναι ήδη ερείπια -- μια και η Οθωμανική κυβέρνηση αδιαφορεί για τις Οθωμανικές παραδόσεις εξίσου με τις Ελληνικές, Ρωμαϊκές, ή Χριστιανικές. Αμερόληπτα αδιάφορη για όλα εξίσου. Βρήκα όμως μορφωμένους ανθρώπους στα τεμένη και στα διδασκαλεία που μίλησαν μαζί μου στα Αραβικά σε βάρδιες και πέρασα όμορφες ώρες ανάμεσα σ¨αυτά τα ωραία φαντάσματα του ένδοξου Ισλάμ. Ο καλύτερος φίλος μου είναι ένας χορευτής δερβίσης. Στο Ικόνιο βρίσκεται η μητρόπολη των Δερβίσηδων, και ο ιδρυτής του τάγματος, ο μέγας Πέρσης Τζελαλεντίν Ρουμί, είναι θαμμένος εδώ. Η επίσκεψη μου στον τάφο του ήταν ένα πραγματικό προσκύνημα, καθώς γνωρίζω κάποια από τα ποιήματα του και υπάρχουν πράγματα σ¨αυτά που δεν πρόκειται να ξεπεραστούν. Κείται κάτω από έναν θόλο με μπλε πλακόστρωση, πιο μπλε από τον ουρανό ή την θάλασσα, και διακοσμημένο εσωτερικά με πλούσιο και θλιμμένο Περσικό σμάλτο και βερνίκι, και εκατέρωθεν του βρίσκονται σειρές και σειρές οι τάφοι των τσελεμπήδων, των Δερβίσηδων αρχιερέων και άμεσων απογόνων του -- όλοι οι τσελεμπήδες που έχουν υπάρξει μέχρι σήμερα, και πάνω από τον καθένα βρίσκεται το ψηλό καπέλο του τάγματος με ένα τουρμπάνι τυλιγμένο γύρω του. Πέραν του τάφου βρίσκονται δύο κτίρια χορού με αστραφτερά πατώματα και το όλο σύμπλεγμα είναι περιτριγυρισμένο από έναν ήσυχο κήπο, συντριβάνια και λουλούδια, με τα κελιά των μοναχών του τάγματος γύρω γύρω. Τοιούτως κείται, ο Τζελαλεντίν Ρουμί, και ο νους μου γέμισε τον ήσυχο αέρα με την μουσική των στίχων του: "Άκουσε το καλάμι καθώς λέει την ιστορία του: Άκουσε, άκου, τον καημό του καλαμιού -- 'Με άρπαξαν από τις καλαμιές της γης μου, η νοσταλγία με λύπηση γεμίζει την φωνή μου, λυπημένη και χαμηλή'." (Αλλά Περσική είναι η ίδια η φλογέρα, η θρηνούσα φλογέρα του καλαμιού, που του δίνει φωνή, και τίποτα δεν πλημμυρίζει τόσο την ψυχή.) 

Έτρωγα με τους Λόϋτβεντ κάθε βράδυ ή μεσημέρι, και αυτός ο μικρόσωμος άνδρας, ευφυής καθώς είναι, προσκαλούσε καθημερινά ομάδες επιλεγμένων πασάδων να με συναντήσουν. Το αποτέλεσμα ήταν κάποιες εξόχως ενδιαφέρουσες συνομιλίες, καθώς τα καλύτερα μυαλά της Τουρκίας είναι εξόριστα, και στην εξορία τα λένε έξω από τα δόντια. Δεν θα γράψω, αλλά κάποια μέρα θα σου πω, κάποιες παράξενες ιστορίες. Έχω πλέον έναν τεράστιο κύκλο γνωριμιών στο Ικόνιο και πέρασα το τελευταίο μου απόγευμα εκεί αραγμένη στην Οθωμανική Τράπεζα (που είναι ένα είδος κοινωνικού κέντρου για όλο το Ικόνιο) και δεχόμενη όλη την πόλη. Ήταν σχεδόν σαν την Δαμασκό από την αρχή! Ένα άλλος λόγος ευχαρίστησης είναι ότι το ξενοδοχείο είναι αρκετά εξαιρετικό, στην τιμή μου το καλύτερο στην Ασία!, υπό την διεύθυνση ενός υπέροχου ζευγαριού Γάλλων που έκαναν τα πάντα για μένα. Επίσης έφθασαν τα ρούχα μου από την Σμύρνη. Αν είχες σκληραγωγηθεί για 4 μήνες με 2 μπαούλα θα καταλάβαινες τι εννοώ. Όλα τα πράγματα είναι σχετικά, και όταν ένα βράδυ έβαλα ένα φόρεμα με αρχική προέλευση το Παρίσι αισθάνθηκα σχεδόν υπερβολικά κομψή. Έστειλα τα άλογα μου 3 σταθμούς παρακάτω και την επόμενη μέρα πήρα το τραίνο και η ίδια μαζί με τον εξοπλισμό κατασκήνωσης και τροφή και τον Φατού. Ενωθήκαμε με τα άλογα ένα καυτό πρωινό, φορτώσαμε όλο μας το φορτίο σ' ένα νοικιασμένο ζωντανό και αναχωρήσαμε δια μέσου της πεδιάδας προς το Binbirklisse. Το όνομα σημαίνει "Χίλιες και Μία Εκκλησίες" και οι μελετητές προσπάθησαν να το ταυτοποιήσουν με την κλασσική Barata, αλλά αφού ακόμη και οι μελετητές δεν ξέρουν τίποτα για την Barata πέρα από το όνομα, δεν νομίζω να έχει και μεγάλη σημασία η ορθότητα ή μη της ταυτοποίησης. Κείται στους πρόποδες του Καραντάγ, ενός μεγάλου απομονωμένου βουνού που υψώνεται απότομα πάνω από την πεδιάδα, και ότι κι αν ήταν στους κλασικούς χρόνους, θα πρέπει να ήταν μία πολύ σημαντική πρώιμη Χριστιανική πόλη καθώς είναι γεμάτη εκκλησίες που ανάγονται, σύμφωνα με τον Strzygowski, σε προ του Μεγάλου Κωνσταντίνου εποχές. Υπάρχει μία κάτω πόλη στους πρόποδες των λόφων και μία  άνω πόλη περίπου μια ώρα απόσταση στην βουνοπλαγιά, και ο Φατού μαζί με τον χωροφύλακα μου ευτυχώς αποφάσισαν να πάμε πρώτα στην άνω πόλη. Την ερωτεύθηκα με το πρώτο και είναι πράγματι μαγευτική, ένας όγκος όμορφων ερειπίων συγκεντρωμένων σε μια μικρή βραχώδη κορυφή ψηλά στους λόφους -- με την Μικρά Ασία στα πόδια της.

Φτάσαμε [11 Μαΐου] μεσημέρι και εγκαταστάθηκα σε μία ερειπωμένη εκκλησία για φαγητό και τότε είχα την φαεινή ιδέα να έχω το στρατηγείο μου πάνω στους λόφους και όχι στο Maden Sheher που είναι το πραγματικό Binbirklisse κάτω στην πεδιάδα. Δεν είχα αντίσκηνα μαζί μου και έπρεπε να διαπιστώσω αν υπήρχε κάποιος χώρος κατάλληλος για ύπνο. Το χωριό αποτελείται από 15 περίπου οικογένειες Γιουρούκων που έφτιαξαν τα χαμόσπιτα τους πάνω στα ερείπια, αλλά είναι Τουρκική συνήθεια κάθε χωριό, όσο μικρό και να είναι, να έχει ένα δωμάτιο-ξενώνα για τους ταξιδιώτες, οπότε πήγαμε να δούμε. Ναι, βεβαίως, είπε ο Σεΐχης του χωριού, υπήρχε ένας "οντάς" στο ίδιο του το σπίτι, και ήμουν άκρως καλοδεχούμενη εκεί. Μόλις το είδα ήξερα ότι τα καλύτερα μου όνειρα είχαν γίνει πραγματικότητα. Ήταν ένα μικρό άδειο δωμάτιο φτιαγμένο από πηλό, με το όνομα του Θεού σκαλισμένο στους τοίχους, και στο κατώφλι είχε μια εξέδρα με θέα προς την μεγάλη πεδιάδα και τις πλαγιές του Καραντάγ. Σήκωσα τα σκεπάσματα και τα καλύμματα, τακτοποίησα τα έπιπλα μου και αποδείχθηκε ιδανικό. Το επιπλέον πλεονέκτημα ήταν ότι, ενώ η κάτω πόλη είναι πλήρως χαρτογραφημένη, η άνω πόλη δεν είχε χαρτογραφηθεί, και είχα την ευχαρίστηση να το κάνω εγώ η ίδια. Την πρώτη μέρα [12 Μαΐου] ίππευσα κάτω στο Maden Sheher και πέρασα την μέρα εκεί, φωτογραφίζοντας και μαθαίνοντας από το βιβλίο του Strzygowski ποια ήταν η φύση της εκεί αρχιτεκτονικής. Οι εκκλησίες ήταν άκρως ενδιαφέρουσες, αλλά ο τόπος απαίσιος, ανυπόφορα ζεστός και με κακό νερό, οπότε ήταν μια πραγματική απόλαυση η επιστροφή στο βουνό και στην όμορφη πηγή μου το βράδυ. Δούλεψα σκληρά δυό μέρες -- είναι ήδη 14 του μήνα παρεμπιπτόντως -- και ήταν αρκετά μαγευτικό. Ήταν εδώ μία καστρόπολη εκκλησιών και μοναστηριών. Υπάρχουν 2 μεγάλες και πολύ σημαντικές ομάδες μοναστηριακών κτηρίων, με άκρως ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες, και τις έχω φωτογραφίσει και σχεδιάσει και τις δύο. Υπάρχουν επιπλέον 10 εκκλησίες, μεγάλες και μικρές, μόνο μία από τις οποίες είναι δημοσιευμένη, και διάφοροι τύποι τάφων και κατοικιών που έχω επιμελώς σημειώσει. Ήταν άκρως συναρπαστικό να δουλέψω μέσα σε ολόκληρη πόλη και να βρω τα ίδια αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά επανεμφανιζόμενα παντού ή ελαφρά τροποποιημένα κατά την πρωτοτυπία του κατασκευαστή. Ο τόπος είναι πολύ μικρός, η πιο μεγάλη εκκλησία δεν έχει ούτε 25 μέτρα μήκος και η μικρότερη είναι ένα μικρό παρεκκλήσι 9 μέτρων, αλλά είναι όλες ενδιαφέρουσες όσον αφορά το σχέδιο και την ρύθμιση, και η δουλειά είναι πάντα αρκετά καλή.  

Και ήταν πολύ διασκεδαστικό να είμαι για 4 μέρες μία Τουρκάλα χωρική. Με ευχαριστεί πολύ, όταν έρχομαι για τσάι, να βρίσκω τον φίλο και οικοδεσπότη μου, τον σεΐχη, να λέει τις απογευματινές του προσευχές πάνω σ' ένα κιλίμι έξω από την πόρτα του (κάνει λάθος στον προσανατολισμό του: προσεύχεται κοιτώντας δυτικά, που δεν είναι δυνατόν να είναι η κατεύθυνση της Μέκκας, αλλά τολμώ να πω ότι είναι το ίδιο), και τις γυναίκες να υφαίνουν τραχύ ύφασμα στην σκιά κάποιου τοίχου, και τους άνδρες να οδηγούν τα ξύλινα αλέτρια τους μέσα από τις πέτρες που είναι η καλλιεργήσιμη γη του χωριού. Όλοι τους με έχουν βεβαίως αποδεχθεί, εκτός από τους σκύλους που ακόμη γαβγίζουν μανιασμένα απ' όπου περάσω. (Ζώα είναι.) Και έπειτα το σπίτι μου είναι τόσο όμορφο με τους πήλινους τοίχους και το όνομα του Θεού γραμμένο πάνω τους: Αλλάχ, Αλλάχ. Και οι υπηρέτες μου είναι τόσο γοητευτικοί. Έχω έναν ημιονηγό (έναν απ' αυτούς που έφερα από τα Άδανα) που μου είναι βαθιά υπόχρεος επειδή τον γλύτωσα από μία πολύ δύσκολη κατάσταση στην οποία τον έμπλεξε ο κακόβουλος κύριος του και επικεφαλής ημιονηγός μου. Ο χωροφύλακας μου είναι η πιο κωμική μορφή που βγήκε ποτέ από τον Τουρκικό στρατό. Έχει ταξιδέψει με Ευρωπαίους στο παρελθόν και έχει μάθει όλες τις λεπτότητες του πολιτισμού μας. Μου απευθύνει τον λόγο ως Δεσποινίδα Χανούμισσα, γυαλίζει τις μπότες του δυο φορές κάθε μέρα, χτενίζει το μουστάκι του το ίδιο συχνά (μια και είναι και λίγο δανδής), και περνάει την ώρα του, όσο εγώ παιδεύομαι με κάποιο ζόρικο κομμάτι τοίχου ετοιμαζόμενη να το μετρήσω, καπνίζοντας τσιγάρα και σκοτώνοντας φίδια. Και τέλος ο Φατού, καλά να είναι!, ο καλύτερος υπηρέτης που είχα ποτέ, έτοιμος να μου μαγειρέψει ή να φορτώσει το μουλάρι ή να ξεθάψει μια επιγραφή με την ίδια σβελτάδα -- το φαγητό είναι αυτό που κάνει λιγότερο καλά -- και να μου πει αμέτρητες ιστορίες καθώς ιππεύουμε, μια και άρχισε την ζωή του ως ημιονηγός στην ηλικία των δέκα και γνωρίζει κάθε σπιθαμή εδάφους από το Χαλέπι μέχρι το Βαν και την Βαγδάτη. 

Σήμερα το πρωί ανέβηκα στο Καραντάγ -- έφιππη! Είναι ένα τεράστιο ηφαίστειο ο κρατήρας του οποίου έχει διάμετρο μισό μίλι περίπου, ένα δακτύλιο βραχωδών κορυφών γύρω από το χείλος του και την μεγάλη πεδιάδα να υπερεκτείνεται σε χιονισμένες οροσειρές στο βάθος. Υπήρχαν ακόμη λωρίδες χιονιού στο Καραντάγ με κρόκους στις άκρες τους, και υπήρχαν λευκόια στους θάμνους βελανιδιάς στις υψηλότερες πλαγιές, και μια ολόκληρη πλαγιά λόφου με κόκκινες τουλίπες χαμηλότερα, και η πιο όμορφη πασχαλιά στον κόσμο, ένα φωτεινό βαθύ κίτρινο με καφέ κηλίδες. Βλέπεις λοιπόν ότι ήταν ένα πολύ όμορφο τέλος για τις περιηγήσεις μου το Binbirklisse. Λυπάμαι που θα πρέπει να κατέβω αύριο, αλλά η δουλειά μου έχει τελειώσει και έχουμε ξοδέψει όλη μας την τροφή. Σήμερα καταφέραμε να αγοράσουμε μια κότα από τον σεΐχη -- υπάρχουν μόνον 4 σε ολόκληρο το χωριό και σκέφτηκα ότι θα ήταν μάλλον λαίμαργο εκ μέρους μου να φάω μία από αυτές, αλλά ορθώς είπε ο Φατού ότι θα τους απέμεναν 3 και αυτές τους φτάνουν. Η κότα το είδε αλλιώς. Κατέφυγε σε κάθε ερειπωμένη εκκλησία με την σειρά και εντοπίστηκε τελικά σ' έναν τάφο όπου ο Φατού την πυροβόλησε με το όπλο μου! Το αποτέλεσμα ήταν να είναι μέσα στο μπαρούτι -- σχεδόν σαν να έτρωγα φασιανό. Έκανε πολύ ζέστη, και καθώς δούλευα συνεχώς όλη μέρα, από τις 7 το πρωί ως τις 6 το βράδυ, κατάλαβα τι σημαίνει ήλιος^ αλλά υπήρχε πάντα λίγος άνεμος στην βουνοκορφή μου και οι νύχτες είναι ψυχρές. Οι καμήλες επιστρέφουν -- θα πρέπει να είναι η ώρα του φαγητού.   

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Χοροί Φρυγίας, Λυκαονίας, Καππαδοκίας

Εδώ και δέκα μέρες η εκπομπή της ΕΡΤ 3 της 27ης Ιουνίου 2010 "Ο τόπος και το τραγούδι του -- ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΕΣ", τμήματα της οποίας είδαν όσοι παραβρέθηκαν στην ομιλία της Σοφίας (Φούλης) Καραγαβριηλίδου στις 9 Οκτωβρίου 2015, υπάρχει στο γιουτούμπ: το σχετικό αρχείο παρέλαβα από την Φούλη, την οποία για μια ακόμη φορά ευχαριστούμε θερμά. (Λυκαονία είναι βεβαίως η περιοχή στην οποία ανήκουν το Ικόνιο και η Σύλλη. Το βίντεο -- επιμέλεια Γιώργου Μελίκη, συνεργασία Σοφίας Καραγαβριηλίδου, συμμετοχή Μικρασιατικού Συλλόγου Νέας Ευκαρπίας "ΟΥΣΑΚ" -- αρχίζει με το πασίγνωστο Κόνιαλι. Σχετική μελέτη της κ. Καραγαβριηλίδου ("Χορευτική παράδοση της Σύλλης Ικονίου" διαθέσιμη εδώ και εδώ.)

[Dances of Phrygia, Lycaonia, Cappadokia -- an ERT 3 production (June 27, 2010) by Giorgos Melikis, Sophia Karagavriilidou, and the Asia Minor Union of Nea Efkarpia (Thessaloniki) "OUSAK".]

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

Παρουσίαση βιβλίου

Πρόσφυγες από τη Σίλλη Ικονίου της Νέλλης Μελίδου-Κεφαλά -- Ξενοδοχείο "Τιτάνια", Αθήνα, 16-12-15, 6 μμ [Λεπτομέρειες εδώ]

(Ευελπιστούμε σε παρουσίαση και στην Θεσσαλονίκη (από τον εκδότη) στους πρώτους μήνες του 2016, άτυπα το βιβλίο παρουσιάστηκε κατά τον καφέ της Ένωσης Συλλαίων στο Βυζαντινό Μουσείο στις 9-12-15.)

[Book presentation: Nelli Melidou-Kefala's Refugees from Sille of/near Konya -- Hotel "Titania", Athens, 12/16/15, 6 pm]

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

Προσφυγιά-1

Με αφορμή την συμπλήρωση σήμερα 13 ετών από τον θάνατο του πατέρα μου, Χρήστου Μπαλόγλου (1919 - 2002), αλλά και την πρόσφατη έκδοση του βιβλίου της Νέλλης Μελίδου-Κεφαλά για την προσαρμογή των Συλλαίων προσφύγων στην Ελλάδα, αναρτώ παρακάτω αυτούσιες όσες χειρόγραφες άτυπες αναμνήσεις του κατάφερα να βρω, γραμμένες σε μεγάλη ηλικία. (Ανάλογες αναμνήσεις άλλων Συλλαίων θα ήταν επίσης ευπρόσδεκτες.)

Προσφυγιά

Κάποια μέρα του 1922 οι πιο πολλές Ελληνικές οικογένειες της Σύλλης και άλλων γειτονικών χωριών κλπ ξεκίνησαν για την Μερσίνα (λιμάνι στη Νοτιοανατολική Τουρκία) όπου μας περίμενε το Ελληνικής πλοιοκτησίας φορτηγό εμπορικό πλοίο "Αλέξανδρος" ιδιοκτησίας Εμπειρίκου. Ο θείος μου Φώτης με κρατούσε γερά με το δεξί του χέρι στη μασχάλη του γιατί ανέβαινε τις πολλές σκάλες του πλοίου και εγώ έβλεπα το μικρό κυματισμό της γκρι-μπλε βρόμικης θάλασσας σ' εκείνο το μέρος του λιμανιού όπου ήτανε αραγμένο το πλοίο. Είναι το μόνο που θυμάμαι και έχω στο μυαλό μου ακόμα καθαρή εικόνα από τη Μ. Ασία. Σίγουρα το πλοίο αυτό είτανε τόσο γεμάτο από την προσφυγιά του ξεριζωμού που ούτε καρφίτσα αν έριχνες δεν έπεφτε κάτω. Συνθήκες απροσμέτρητης δυστυχίας επικρατούσαν μέσα σ' αυτό. Πλακώσανε αρρώστειες, ψείρα, Πείνα και όλες οι καλωσύνες από την ανάποδη που δεν μπορεί να φαντασθεί ο άνθρωπος. Εκεί, μέσα στο πλοίο, ξεψύχησε ο μικρότερος από μένα αδελφός μου Σεβαστός. Στην διάρκεια αυτού του ταξιδιού πέθαναν πολλά μωρά, γέροι, κλπ  

[Ποια μέρα, ποιο μήνα, ποια χρονολογία γεννήθηκα; Η απάντηση για πολλούς μικρασιάτες που γεννήθηκαν προ του 1920 στην Μ. Α. στα παραπάνω ερωτήματα δεν μπορεί να είναι σίγουρη και να γιατί. Οι πιο πολλοί άντρες πέθαιναν ύστερα από φρικτά βασανιστήρια στα βάθη της Μ. Ασίας (Ντιαρ Μπεκίρ και άλλα μέρη) μέσα στην ψείρα την πείνα και τις αρρώστιες των ταγμάτων εργασίας (Αμελέ ταμπουρού) που οργάνωσαν οι Τούρκοι (Με υπόδειξη-σύσταση των Γερμανών) για να καθαρίσουνε τη Μ. Ασία από το Ελληνικό και Αρμενικό στοιχείο. (Για να απαλαχθούνε από ξένους, αλλόθρησκους, και να γίνει ομοιογενής ο πληθυσμός σ' όλη την Μ. Ασία.) Έτσι κάθε μάνα μέσα στην σύγχυση την παραζάλη του ξεριζομού φρόντιζε να σώσει μόνο τα παιδιά της και ότι απαραίτητα που επέτρεπαν οι Τούρκοι (Παπλώματα, κουβέρτες, κανένα τένζερε κλπ). Χρήματα, λίρες και τέτοια ελάχιστες οικογένειες κατάφεραν να περάσουνε λίγα από το γερό ψαχτήρι των Τούρκων. Χαρτιά, ασφαλιστικά συμβόλαια και όλα τα χρήσιμα πράγματα αυτού του είδους σχεδόν καμμιά μάνα δεν είχε την ψυχραιμία να τα πάρει. (Οι γυναίκες δεν επιτρεπότανε να μάθουνε γράμματα.) Έτσι η μάνα μου Αντό (= Αντωνία) με τα πέντε ορφανά της Ξανθίππη 12, Περικλής 9, Βύρων 6, εγώ (ο Χρήστος) 3 και ο Σεβαστός 1 ετών, πήρε το δρόμο για την Ελλάδα το 1922. Πάντως από διηγήσεις συγγενών μου και της μάννας μου βέβαιο είναι ότι γεννήθηκα το 1919 αλλά με την είσοδο μας στην Ελλάδα ήτανε γραφειοκρατική ανάγκη να δοθεί στον καθένα μας μια ημερομηνία γέννησης και η δικιά μου είναι 23-9-1919. Η πατρίδα μου είναι η Σύλλη Ικονίου Μ. Ασίας. Η Σύλλη τότε είχε 400 περίπου σπίτια ελλην. και 400 περίπου Τούρκικα. Η Ελληνική κοινότητα της Σύλλης είχε βιβλιοθήκη με 3.500 τόμους βιβλίων, μεταξύ των οποίων και το περίφημο έργο του Βερναρδάκη (Μετάφραση και εκτενή σχόλια αρχαίων κειμένων).]  


Ναύπλιο [Πάτρα]

Κάποια μέρα φτάσαμε στο Ναύπλιο όπου μείναμε κάπου 1 χρόνο. Μετά πήγαμε στην Πάτρα. Ο θείος μας Δημητρός άρχισε να στέλνει δολάρια από την Αμερική στον αδελφό του Στράτο για όλους μας με εντολή εμάς τους μικρούς (Ξανθίππη, Περικλή. Βύρων και φυσικά αργότερα εμένα) να μας εγγράψει στα καλύτερα ιδιωτικά Σχολεία της Πάτρας... Ο Στράτος φρόντιζε όμως μόνο, και πολύ λίγο μάλιστα, για το φαγητό μας γιατί είχε άλλα στο νου του. Άνοιξε κατάστημα χονδρικής πώλησης αποικιακών ειδών (Λίγο θυμάμαι από το μαγαζί αυτό τις δυο καθιστές ζυγαριές του) και τα βράδια ξενυχτούσε στα κέντρα με τις Πατρινές που λοιπόν να περισσέψουνε χρήματα και μυαλό για τα παιδιά της ετεροθαλούς αδελφής του της Αντός... Φυσικά ο Στράτος με την μάνα του Αγγελική και την αδελφή του Βασιλική νοικιάσανε σπίτι σε μια από τις καλύτερες γειτονιές της Πάτρας και την Αντό την έβαλε μαζί με τα παιδιά της σε μια παράγκα... Εγώ έπαιζα με τα άλλα τα παιδάκια της γειτονιάς (από τις παράγκες).

Σ' αυτή τη γειτονιά μια δασκάλα-νηπιαγωγός μάζευε τα παιδάκια και τα δίδασκε κυρίως την Ελληνική γλώσσα χωρίς να παίρνει λεφτά. Η αγράμματη μάνα μου μόλις το έμαθε με πήγε και μένα στη δασκάλα αυτή. Εγώ όμως είχα καλομάθει στα παιγνίδια στις αλάνες της γειτονιάς μαζί με τα άλλα παιδάκια... Φασαρία λοιπόν να μη πάω στη δασκάλα αυτή (Πρέπει να είναι πολύ παρα πολύ κουτό ή παρα πολύ έξυπνο ένα παιδάκι 4 ετών περίπου να θέλει γράμματα αντί το παιγνίδι.) Η Αντό όμως είχε μυαλό... Αγόρασε ένα σακκουλάκι καραμέλες το έδωσε στην δασκάλα με την παράκλιση να δώσει σε μένα (και που και που και στα άλλα παιδάκια...) κάθε μέρα μια καραμέλα. Αυτό ήταν. Φουλαριστός κάθε πρωί πρώτος πρώτος να πάω στη καλή μου τη δασκάλα που μοιράζει καραμέλες. Έτσι με το τέχνασμα αυτό της μάνας μου (Που μ' αυτό το τέχνασμα έπρεπε να της δώσουνε τιμής ένεκεν δίπλωμα παιδαγωγού) αγάπησα τα γράμματα, το σχολείο.

[Βέρροια]

Δεν ξέρω για ποιους λόγους ο Θείος Στράτος απεφάσισε να πάμε από την Πάτρα στη Βέρροια. (Φυσικά δεν μπορούσε να αφήσει στην Πάτρα την Αντό με τα παιδιά της γιατί θα έχανε τα τσεκ με τα δολάρια που έστελνε ο θείος μου και ετεροθαλής αδελφός της μάνας μας Δημητρός επ' ονόματι της Αντός και τα οποία εισέπραττε αυτός με διάφορα τεχνάσματα αλλά και διότι δεν υπήρχε άλλη λύση για την Αντό παρά να δίνει τα τσεκ στον Στράτο και αυτός να μας δίνει ψίχουλα για να ζήσουμε αφού ούτε γράμματα ούτε ελληνική γλώσσα ήξερε η Αντό...)

Οι δουλειές του Θείου Δημητρού στην Αμερική λιγόστεψαν και λιγόστεψαν τα δολάρια... Κατά καλή μας τύχη στη Βέρροια υπήρχε ένας βιοτέχνης-κατασκευαστής-πωλητής χαλιών. Η μάννα μας η Αντό εκτός από το νοικοκυριό και την οικονομία είχε μάθει άριστα την τέχνη κατασκευής χαλιών. Πήρε από αυτόν τα σχετικά εργαλεία και για να μας θρέψει άρχισε να κάνει χαλιά από τα χαράματα μέχρι το σκοτείνιασμα. Έμαθε την τέχνη αυτή και στην αδελφή μας Ξανθίππη. Τα έσοδα όμως δεν φτάνανε. Αρχίσαμε να πηγαίνουμε στον στρατώνα τα μεσημέρια στην ώρα του συσίτιου για να γεμίζουμε κανένα δοχείο με αποφάγια για να γεμίζουμε την κοιλιά μας... Πηγαίναμε στα χωράφια και μαζεύαμε όσα κρομμύδια φασόλια ροβίθια και άλλα είδη όσα έμεναν ύστερα από το μάζεμα-θερισμό του χωραφιού από τον ιδιοκτήτη γεωργό. (Αυτά τα αμάζευτα που μένουνε στα χωράφια οι γεωργοί τα λέγανε μπασάκια.) Μια μέρα όπως επιστρέφαμε από τα χωράφια βρήκαμε ένα τσουβάλι κρομμύδια γλυκά. Τι χαρά που κάναμε! Μια φορά όταν παρέδωσε το χαλί και πληρώθηκε η Αντό αποφάσισε να μας ταΐσει καλά. Αγόρασε δυο αρνίσια κεφάλια τα μαγείρεψε και γεμάτη χαρά έστρωσε το τραπέζι για να φάμε... Πρώτος ο Περικλής: Μαμά βρωμάει! Πάψε παλιόπαιδο! Μαμά βρωμάει ο Βύρων και η Ξανθίππη! Το πήρε απόφαση ότι πραγματικά ήτανε βρώμια τα κεφαλάκια που αγόρασε. Η θλίψη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της. Ακόμη θυμάμαι τις ζάρες στο πρόσωπο της κακόμοιρης μάνας μας... 

Φτώχεια, πείνα και το σχολειό σχολειό... Άρχισα να πουλώ σπόρια στους θερινούς κινηματογράφους και με το κέρδος αγόραζα κανένα πεπόνι ή καρπούζι και γύριζα θριαμβευτής στο σπίτι... Έτσι πέρασαν μερικά χρόνια και έφτασα στην 4η Δημοτικού. Λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα αποφάσισε η Αντό να μετακομίσουμε στη Θεσ/νικη με την προσδοκία να δώσει στα ορφανά της καλύτερες ευκαιρίες. (Είναι βέβαιο ότι ο Στράτος με τεχνάσματα ιδιοποιήθηκε κτήματα και μέρος από τις ομολογίες που έδινε το κράτος στις προσφυγικές οικογένειες. Είναι ακόμη πιο βέβαιο ότι μυριζότανε καταλάβαινε τις αδικίες του Στράτου από τη μοιρασιά των αποζημιώσεων...) Λίγα λόγια για την απαράμιλη σε καλωσύνη δασκάλα μου, κυρία Παπαγάλλου. Με τις βροχές και τα χιόνια έφτανα στο σχολειό με βρεγμένες κάλτσες (σχεδόν ξυπόλυτος όπως και πολλά άλλα παιδάκια, βάδιζα στα λασποτόπια-χιονόνερα...) Με έπιανε από το χεράκι με πήγαινε κοντά στη σόμπα και μου έβγαζε τις βρεγμένες κάλτσες για να ζεσταθώ. Φυσικά αυτό γινότανε και με τα άλλα βρεγμένα παιδάκια της τάξης μας. Τέσσερες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα πήγα στο σπίτι της και της είπα: Δασκάλα η μάννα μου θα μας πάει στη Θεσ/νικη αύριο! Μου είπε: Πάμε γρήγορα στο σχολειό να σου δώσω ένα χαρτί για να γραφτείς σε σχολειό της Θεσ/νικης. Έτσι και έγινε. Έμαθα ότι μετά από αυτό ότι την άλλη μέρα παντρευότανε... Φτάσαμε στη Θεσ/νικη. Εγκατασταθήκαμε προσωρινά στο σπίτι της Θείας μας Γλυκερίας.

Αυτοβιογραφίας συνέχεια...

Η περιουσία σε χρήμα της μάνας μας δεν ξεπερνούσε τις 1.000 δρχ. Έπρεπε λοιπόν η Ξανθίππη ο Περικλής ο Βύρων αλλά και εγώ να δουλέψουμε αμέσως... Η δουλειά που κάναμε τότε ήταν το πούλημα τσιγάρων... Πήραμε από ένα ταμπλό ο καθένας βάλαμε μερικά πακέτα τσιγάρα και αρχίσαμε να τα πουλάμε στο Μετετιρανέ στα σουτζουκάκια της οδού Ρογκότη στα παραλιακά κέντρα... Υπήρχε όμως αστυνομική διάταξη που απαγόρευε ας το πούμε έτσι το επάγγελμα του μικροπωλητή χωρίς άδεια και μάλιστα στην παραλία και γενικότερα στα αριστοκρατικά κέντρα. Τι δουλειά αυτή την κάνανε και 2-3 άλλοι. Έτσι εμένα μου έδιναν όλοι μαζί 1 δραχμή κάθε βράδυ για να πηγαίνω πίσω από τον χωροφύλακα και να τους ειδοποιώ με σφυρίγματα ή με την συνθηματική λέξη "σύρμα" για να φύγουνε... Έτσι το πρωϊ και το απόγευμα  σχολειό και το βράδυ τσίλιες... 

... Και το σχολειό έγινε πανεπιστήμιο αλλά λίγο μετά το τέλος των σπουδών (Μαθηματικό Α.Π.Θ.) έμελλε και αυτός να έχει σχεδόν την μοίρα του πατέρα του ... στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας της Ναζιστικής Γερμανίας... Όσο για το εμπορικό δαιμόνιο των Συλλαίων, αυτό επέζησε κάπως μέσα του μέσω της Τεχνικής Σχολής "Προμηθεύς", της οποίας υπήρξε συνιδρυτής, διευθυντής, καθηγητής, κλπ ... παράλληλα με άλλες εκπαιδευτικές δραστηριότητες (καθηγητής στο Δελασάλ, άμισθος επιμελητής στην Πολυτεχνική Σχολή Α.Π.Θ., φροντιστήρια κλπ) Ποτέ πάντως δεν κατάφερε να μάθει πως η αγράμματη Αντό πολλαπλασίαζε διψήφιο επί διψήφιο με τα δάχτυλα!


Η γιαγιά μου Αντό καθιστή στο κέντρο, διαγωνίως μπροστά της ο πατέρας μου, και δίπλα του ένας ακόμη αδελφός (Γιάννης) που πέθανε πολύ μικρός στην Ελλάδα και ο πατέρας μου δεν αναφέρει στις  σημειώσεις του -- Ναύπλιο (;) 1924 (;)

[My father's -- Christos Baloglou, 1919-2002 -- informal recollections about his fatherless family's survival in Greece after 1922; below I translate the second (bracketed) paragraph:

Which day, which month, which year was I born? The answer, for many Anatolian Greeks born before 1920 in Asia Minor, to these questions may not be certain and here is why. Most men were dying after horrible tortures in the depths of Asia Minor (Diyarbekir and other places) amidst lice, hunger and diseases of the Labour Batallions (Amele Taburu) organised by the Turks (at the suggestion and with the guidance of the Germans), in order to cleanse Asia Minor from the Greek and Armenian elements. (In order to get rid of aliens, people of different faith, and to homogeneize the population of the entire Asia Minor.) So every mother, amidst the confusion and bewilderment of the uprooting, was trying to save only her children and some essential items allowed by the Turks (mattresses, blankets, a pot, etc). Money, liras, and the like very few families managed a bit to pass through the thorough searching of the Turks. Papers, insurance contracts and all useful stuff of this kind almost no mother had the presence of mind to take along. (Women were not allowed to receive an education.) So my mother Anto(nia), with her orphans Xanthippi 12, Pericles 9, Byron 6, me (Christos) 3, and Sevastos 1 years old, left for Greece in 1922. Anyhow, the narratives of relatives and of my mother make it clear that I was born in 1919, but, upon entering Greece, bureaucracy dictated that everybody should be given a date of birth, and mine is 9/23/1919. My homeland is Sille of/near Konya in Asia Minor. Sille had at the time about 400 Greek houses and about 400 Turkish houses. The Greek community of Sille had a library consisting of 3.500 volumes, including the famous work of Vernardakis (Ancient Greek texts with translation and extensive commentary).]