Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Ένα κερί για τον Μιχάλη

[Καππαδοκία 2013]

Αργά το απόγευμα Μεγάλου Σαββάτου του 2013, φθάσαμε στο ξενοδοχείο μας στο Ικόνιο. Είχα έναν Τούρκο συνάδελφο στην Γερμανία, κοινωνικό λειτουργό που ήταν από την «Κόνια» όπως αποκαλούσε στη γλώσσα του το Ικόνιο και είχα μεγάλη περιέργεια να δω πως ήταν η πόλη. Ένας άλλος συνάδελφος, Κούρδος όμως αυτός, έλεγε ότι η «Κόνια» ήταν μια άσχημη πόλις, χτισμένη σ’ ενα άσχημο τοπίο. Είχαν σπουδάσει και οι δυο στην Γερμανία στις αρχές του 1970 και όλοι μαζί εργαζόμασταν μαζί με άλλες εθνικότητες και με Γερμανούς, σε ένα πρόγραμμα για την ένταξη των μεταναστών και των παιδιών τους σε μια πολυπολυτισμική κοινωνία στην Γερμανία, μέσα από το Νηπιαγωγείο και την γειτονιά τους. Αυτά τη δεκαετία του 1970 στην Γερμανία, όπου η ιδέα της πολυπολυτισμικότητας έφθανε στο φόρτε της κυρίως μεταξύ των προοδευτικών και αριστερών  μελών της γερμανικής κοινωνίας των Κρατιδίων, των τοπικών θεσμών, π.χ. Ευαγγελικής Εκκλησίας, και της βιομηχανίας, όπως το Ιδρυμα RBosch, και  όλοι αυτοί χρηματοδοτούσαν  το τετραετές αυτό πρόγραμμα.

Αυτή η διάσταση του Τούρκου και του Κούρδου συναδέλφου σχετικά με την «ωραιότητα» του Ικονίου, με κατείχε λοιπόν  το Πάσχα του 2013 που το επισκέφθηκα. Μπήκαμε στην πόλη από μια άχαρη πλευρά της, ξερή και χωρίς κανένα γεωλογικό ενδιαφέρον σε χρώματα κοκκινοκίτρινα και χωρίς ιχνος πράσινου. Το πούλμαν μας έκανε ένα γρήγορο πέρασμα στο κέντρο της πόλης, χωρίς να  κατεβούμε καθόλου από αυτό. Είδαμε μια μοντέρνα πλατεία γεμάτη νεολαία, κάτι σαν γιορτάσιμη μάζωξη για νέους. Γρήγορα φθάσαμε στο ξενοδοχείο μας, περιφερειακά του κέντρου, σε  μια ήσυχη περιοχή, απέναντι απο μια τεράστια αποθήκη σούπερ-μάρκετ  καθώς και άλλα μεγάλα εμπορικά κτίρια και  επιχειρήσεις. Η περιοχή είχε πολύ μοντέρνα  κτίρια γενικά και τίποτε δεν θύμιζε κακομοιριά Ανατολής προς μεγάλη μου έκπληξη.  
                                             
Το ξενοδοχείο μας βρισκόταν πάνω σ΄ένα οδικό  κόμβο με τουλάχιστον τέσσερεις διασταυρούμενους δρόμους  που περνούσαν άλλοι παράλληλα μεταξύ τους και κάποιοι ο ένας πάνω από τον άλλον. Μετά το βραδυνό αποφασίσαμε με τον Μιχάλη να περπατήσουμε στην περιοχή. Βγήκαμε από το ξενοδοχείο μας (δεν θυμάμαι όνομα) και πήραμε έναν δρόμο στην τύχη, μπροστά απο την είσοδό του. Σε λίγο, είχα την εντύπωση ότι περπατούσα στα νεόκτιστα περίχωρα μιας μικρής γερμανικής κωμόπολης. Ίδιες γερμανικές πολυκατοικίες, ίδια μικρά καταπράσινα πάρκα μεταξύ τους, ίδιες ανισόπεδες διαβάσεις, ίδιες υπόγειες διαβάσεις, ίδιοι σκουπιδοτενεκέδες, άλλοι για γυαλικά και άλλοι για χαρτικά. Ποδηλατόδρομοι στα πεζοδρόμια και χώρος για πεζούς. Μάλλον δεν έβλεπα καλά. Μάλλον δεν ήθελα να πιστέψω ότι έβλεπα, αλλά ήταν όλα εκεί. Μια μικρή γερμανική πόλη στην καρδιά της Τουρκίας, στο Ικόνιο. Και ακριβώς όπως στην Γερμανία, ψυχή στον δρόμο. Μόνο τα φώτα στα διαμερίσματα των πανύψηλων πολυκατοικιών, ακριβώς όπως στην Γερμανία, δήλωναν την ύπαρξη ζωής στο σημείο. Αργότερα έμαθα ότι όλη η ανοικοδόμηση της Τουρκίας ανήκει σε γερμανικές κατασκευαστικές εταιρίες και άρα όλα μπήκαν στη θέση τους και  μου λύθηκαν  οι  απορίες, σχετικά με την  ομοιότητα των κτιρίων και εν γένει της περιοχής αυτής του Ικονίου, με την γερμανική επαρχία.

Την άλλη ημέρα το πρωί ξεκινήσαμε για το πρώτο ελληνικό χωριό της περιοχής, την Σύλλη, που πρώτη φορά άκουγα στη ζωή μου. Η συνοδός μας, η  Μαρία, μας μιλούσε με πολύ θερμά λόγια για την πόλη αυτή. Το πούλμαν περνούσε μπροστά από γκρίζα τοπία, με χαμηλά μαγαζιά, βιοτεχνίες, γκαράζ ποδηλάτων και αυτοκινήτων, μικρά παντοπωλεία, διόροφα σπίτια απίστευτης κακοτεχνίας και κακογουστιάς, ανθρώπους σκυφτούς και ταλαιπωρημένους, παιδιά που έτρεχαν γύρω γύρω κλαίγοντας και γενικά μια περιοχή που τίποτα δεν θύμιζε πλέον γερμανικό χωριό, αλλά μόνο κλασσική Ανατολία. Σε κάποια μαγαζάκια διέκρινα και το επίθετο του Τούρκου συναδέλφου από το Μόναχο.

Η Μαρία μας είπε ότι η Σύλλη απέχει απο το Ικόνιο περίπου 8 χλμ. και ότι τα ελληνόπουλα από τη Σύλλη έκαναν καθημερινά τον δρόμο Σύλλη-Ικόνιο-Σύλλη για το σχολείο, νομίζω το Γυμνάσιο. Φτάσαμε γρήγορα στη Σύλλη και η πρώτη εντύπωση από την πόλη ήταν ότι φτάσαμε σε ένα εργοτάξιο. Το πούλμαν δεν μπορούσε να μπει μέσα στη Σύλλη γιατί παντού υπήρχαν μηχανήματα, άλλα έσκαβαν και άλλα έφτιαχναν δρόμους. Όμως το πούλμαν είχε σταματήσει ακριβώς μπροστά στην εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. 'Ενας άνδρας, Τούρκος φυσικά, αφού χαιρέτισε θερμά τη Μαρία, μας καλοσώρισε και μας οδήγησε στο ναό. Κάτι σαν φύλακας μου φάνηκε. Πολύ πρόθυμος να μας δείξει την αναπαλαίωση της εκκλησίας, να μας υποδείξει τα έργα που έγιναν στον χώρο, να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις μας. Σαν να επιζητούσε τον έπαινό μας για αυτά που μας έδειχνε. Εντύπωση μας έκανε φυσικά η αναπαλαίωση του ναού, ο άμβωνας και ο ξύλινος Επιτάφιος στη μέση του του ναού. Όλα ήταν τόσο καθωσπρέπει και γλυκερά ξαναφτιαγμένα, που δεν ξέρω κατά πόσο η τωρινή αυτή επέμβαση ανταποκρίνεται στα αυθεντικά χρώματα, στο ύφος και στην τότε εικόνα του ναού. Ακριβώς την ίδια εντύπωση είχα και στην Παναγία την Σουμελά. Πολύ ανατολίτικό συρόπιασμα στα χρώματα, στα στρογγυλεμένα πρόσωπα, στα βλέμματα της Παναγίας και στις εικόνες. Δεν υπήρχε πουθενά η κάθετη βυζαντινή λιτότητα και αυστηρότητα, η ανθρώπινη εσωτερικότητα των χρωμάτων και των εικόνων. Περισσότερο με έκθεση ζωγραφικής έμοιαζε, παρά με ορθόδοξο ναό. Ναι, από την αναπαλαίωση έλλειπε η ορθοδοξία, η κατάνυξη, η εσωστρέφεια, η επιβλητικότητα. Μάλλον όλα αυτά είχαν αφαιρεθεί, και η  εκκλησία πια ήταν ανώδυνη και ακίνδυνη, ένα τουριστικό προιόν προς κατανάλωση, ένα μουσείο.

Μετά την επίσκεψή στο ναό ο Τούρκος κύριος μας οδήγησε στα σκαλοπάτια που κατέβαιναν σε έναν κρυφό ναό κάτω από τη γη, όπου έβγαινε αν θυμάμαι σωστά και αγίασμα, ακριβώς απέναντι από την είσοδο της εκκλησίας. Κάποιοι κατέβηκαν, εγώ όχι. Προτίμησα να ανάψω ένα κερί που κουβαλούσα μαζί μου από την Ελλάδα, εκεί σε κάτι πέτρες που είδα δίπλα από τα σκαλοπάτια για τον υπόγειο ναό, για τον Μιχάλη, λόγω ονόματος. Το φωτογράφησα το αναμμένο κερί, έτσι για να μείνει για πάντα εκεί αναμμένο, στην εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, στην Σύλλη. Την Σύλλη την είδαμε μόνο από μακριά. Λόγω έργων ήταν δύσκολο πολύ να πάμε πιο κοντά. 'Ισως την άλλη φορά.


Αλίκη-Παρύσατις Λεοντίδου [16-10-17]



[A candle lit by Satis Leontidou on the rocks right next to the church of Archangelos Michael (Hagia Eleni Museum) in Sille, Konya on Easter Sunday 2013]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου