Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Περί "Σύλλης" Τάκη Σαλκιτζόγλου (14η ΔΕΒΘ, 12-5-17)



Θα ήτο άραγε δυνατή η μεταφορά της εν τη εκκλησία μας μαρμαρίνης πλακός του τάφου του Πορφυρογεννήτου Ιωάννου του Κομνηνού, τελευτήσαντος ότε ην όμηρος παρά τω Σελτζούκω Σουλτάνω του Ικονίου και ταφέντος εις την εσχάτως καταστραφείσαν μονήν του Αγίου Χαρίτωνος;



Με προφανή αγωνία και φροντίδα ο τελευταίος προεστός της Σύλλης Ιωάννης Χριστοφορίδης απευθύνει το παραπάνω ερώτημα προς την καταφθάνουσα νέα πατρίδα στις 17 Μαΐου του 1924. Πρόκειται για μία επιτύμβια πλάκα που οι Συλλαίοι ήδη ανέφεραν στον πρώτο γνωστό ξένο επισκέπτη της Σύλλης, τον Δανό χαρτογράφο Carsten Niebuhr το 1766: ήταν γι αυτούς η απώτατη απόδειξη Βυζαντινής καταγωγής και μεγαλοπρέπειας!

Η επιτύμβια πλάκα δεν κατέστη τελικά δυνατόν να μεταφερθεί στην Ελλάδα, αλλά παραμένει στο Ικόνιο, στην αυλή του μικρού αρχαιολογικού μουσείου στην παλιά πόλη, όπου ευτυχήσαμε να την δούμε τον Αύγουστο του 2010 (πρώτη, και μόνη ως τώρα, εκδρομή της Ένωσης Συλλαίων στην Σύλλη). Και ο νεκρός δεν ήταν ο Ιωάννης Κομνηνός αλλά ο γιος του Μιχαήλ, στοργικά αποθανατισμένος στην κατά τα άλλα Ελληνικότατη επιτύμβια πλάκα ως "αμηρασλάνης", "λέων εμίρης" δηλαδή (αν και απλώς ο γιος ενός Τραπεζούντιου αριστοκράτη, πιθανώς μοναχού και πρώην ομήρου των Τούρκων): είμαστε στα 1297, η Σύλλη είναι Σελτζουκική, και η Τουρκική επιρροή ήδη αναπόφευκτη. Και η επιτύμβια πλάκα δυσανάγνωστη και δυσερμήνευτη, τόσο που κατανοήθηκε πλήρως μόνο το 1937, ύστερα από διαχρονικές συμβολές Ελλήνων και ξένων μελετητών (όπως εξιστορεί ο Τάκης Σαλκιτζόγλου τόσο στο παρόν βιβλίο του όσο και σε εκτενές και σημαντικότατο άρθρο του με θέμα την μονή του Αγίου Χαρίτωνος).




Δυσερμήνευτη παραμένει πάντως και η παρουσία αυτής της Ελληνικής κωμόπολης -- τόσο Ελληνικής πριν λίγους αιώνες που οι Τούρκοι την αποκαλούσαν "χωριό των απίστων" -- και της μοναδικής Ελληνικής της διαλέκτου στην καρδιά της Μικράς Ασίας. Το 1815 ο περιοδεύων Πατριάρχης Κύριλλος ΣΤ' άκουσε από τους Συλλαίους ιστορίες για καταγωγή από Λάκωνες. Όμως ήδη έναν περίπου αιώνα αργότερα τα πράγματα είχαν μάλλον ξεκαθαρίσει: οι Συλλαίοι ήταν απλώς απόγονοι Τσακώνων, δηλαδή Βυζαντινών ακριτών (όχι υποχρεωτικά Τσακωνικής/Λακωνικής καταγωγής), που αρχικά υποχώρησαν από την Συρία στην περιοχή του Σύλλαιου της Παμφυλίας και στην συνέχεια μεταφέρθηκαν από κάποιον Σελτζούκο Σουλτάνο στην περιοχή του Ικονίου^ υπήρχε μάλιστα γειτονιά στην Σύλλη ονομαζόμενη "Τσακωνιά", κάτι που ο συγγραφέας φρόντισε να επιβεβαιώσει αυτοπροσώπως κατά το πρώτο του ταξίδι εκεί το 2000 (υποσημείωση 77, σελίδα 56).

Αυτή η παρανόηση είχε και μία θετικότατη παράπλευρη ωφέλεια: ώθησε τον Τσακωνικής καταγωγής γλωσσολόγο Θανάση Κωστάκη να μελετήσει την διάλεκτο της Σύλλης -- για να δει αν όντως υπάρχει σχέση ανάμεσα στα Σιλιώτικα και στα Τσακώνικα, κάτι που τελικά δεν είδε -- και να μας χαρίσει έτσι ένα ολόκληρο βιβλίο επί του θέματος, μία πραγματική κιβωτό της διαλέκτου. Στο βιβλίο αυτό του 1968 υπάρχει για παράδειγμα -- και μεταφέρεται στην δεύτερη έκδοση της "Σύλλης" από τον κ. Σαλκιτζόγλου, μαζί με την νεοελληνική απόδοση του -- μία Σιλιώτικη παραλλαγή του γνωστού άσματος του γεφυριού της Άρτας, το "τραγούδι της καμάρας", που καταλήγει στην κατάρα της παπαδιάς ως εξής:

Μπαμπά, μπαμπά, μερ' ω μπαμπά, μάνα μας είπεν ότσι,
ως περπατάς, να κοντζυλάς, ως πίνεις νιαρό, να 'νι όιμα και όλκους 

Περιλαμβάνεται επίσης στην δεύτερη έκδοση της "Σύλλης" ανέκδοτη ως τώρα μαρτυρία (επιστολή Γεωργίου Ειρήνης Καρίπογλου, 28 Μαρτίου 1954, γραμμένη στα Σιλιώτικα), από τα αρχεία του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, για το πως αποθανατίστηκε το τραγούδι: το τραγούδησε με τον τζουρά του, στα Σιλιώτικα, ο "μπερμπάντης ο Σάββας" (αγγειοπλάστης Σάββας Βασιλειάδης) στον επιστολογράφο και στον "δάσκαλο Γιώργη, άντρα της Ουρανίας του Μπούκα", δηλαδή στον Γεώργιο Μαυροχαλυβίδη (που το πέρασαν στο γραμμόφωνο).

Μπερμπάτση Σάββας μι τ' τζουράν του τραγούρησι καμάρας τραγούρι κ' πήραμ' τα σ' γραμμοφώνι, να τα ξέριτι.

Ο Γεώργιος Μαυροχαλυβίδης, αν και όχι Συλλαίος, είναι ένας από τους κορυφαίους μελετητές της Σύλλης (και όχι μόνο). Πέρα από το εκτενές χειρόγραφο του για την Σύλλη (1953) και την μετάφραση της αυτοβιογραφίας του Συλλαίου τραπεζίτη Σεραφείμ Μπατζόγλου (1967), έχει μεταφράσει (1955) τα 18 Οθωμανικά φιρμάνια που επιβεβαίωναν τα διαχρονικά προνόμια της Σύλλης και που έφεραν οι Συλλαίοι στην Ελλάδα το 1924. Ας σημειωθεί ότι τα φιρμάνια αυτά ήταν άγνωστα στους Τούρκους μελετητές της Σύλλης έως την συμπερίληψη του άρθρου του κ. Σαλκιτζόγλου στην συλλογική έκδοση της Δημαρχίας Σελτσουκίας SILLE HAGIA ELENI MUSEUM, τον "Τόμο Αγίας Ελένης" όπως 'στοργικά' τον αποκαλώ (2013). Ένα από τα φιρμάνια, αυτό με ημερομηνία 13 Αυγούστου 1759, παρατίθεται αυτούσιο και μεταφρασμένο στο βιβλίο του κ. Σαλκιτζόγλου, και γράφει ανάμεσα στα άλλα:

Εν τούτοις επειδή το φιρμάνι που απαγορεύει στο εξής την επέμβαση των μπεηλέρ-μπέηδων και του ντεφερντάρη του Καραμάν, που εισέπρατταν εισφορά για την παραγωγή κρασιού, επιπλέον κεφαλικό φόρο, εισφορά επί της δεκάτης κ.λ.π., δεν έχει ανανεωθεί παλαιότερα, ο βαλής του βιλαετιού τους έχει πάρει όλα τα άσπρα τους για την επισκευή του σεραγιού, για προμήθεια πέτρας και για προμήθεια νίτρου. Τους έχει αδικήσει πολύ.

Το πρώτο φιρμάνι που έφεραν οι πρόσφυγες Συλλαίοι ανάγεται στο 1690: πριν από την χρονιά αυτή δεν έχουμε πολλές μαρτυρίες για την ζωή στην Σύλλη, και στηριζόμαστε κυρίως σε Οθωμανικές απογραφές και στον προαναφερθέντα τόμο της Δημαρχίας Σελτσουκίας. Ύστερα έχουμε μαρτυρίες ταξιδιωτών, αρχίζοντας από τον περιοδεύοντα και συλλέγοντα Πατριάρχη Ιεροσολύμων Χρύσανθο Νοταρά, που -- όπως αναφέρει στο "Οδοιπορικό" του -- έλαβε 100 γρόσσια από τους Συλλαίους τον Οκτώβριο του 1722 για τις ανάγκες του Πατριαρχείου. Όπως πολλές άλλες μεταγενέστερες πληροφορίες, την πολύτιμη αυτή πληροφορία έλαβε ο κ. Σαλκιτζόγλου έμμεσα και όχι άμεσα, καθώς σχεδόν κανείς δεν είχε ως κύριο θέμα την Σύλλη. Ανάμεσα στις πληροφορίες αυτές ξεχωρίζω την εκδίωξη εκ του Ικονίου από τους Τούρκους του Έλληνα διδάσκαλου Γρηγόριου Ιωαννίδη το 1821 (Κώστα Λάππα, "Ο Καλαβρυτινός δάσκαλος Γρηγόριος Ιωαννίδης και η βιβλιοθήκη του") και την μοναδική ως τώρα μαρτυρία για εξορία Συλλαίων κατά την περίοδο 1914-1918 (Β. Η. Βογιατζόγλου, "Η Σπάρτη της Πισιδίας").


Δύο άμεσες πηγές του συγγραφέα, πέρα από αυτές που ήδη αναφέρθηκαν, είναι το μυθιστόρημα του Νικολάου Βακαλόπουλου "Ο Συλλαίος", που προπώλησε 52 αντίτυπα στην Σύλλη όταν εκδόθηκε στην Σμύρνη το 1909, και η μελέτη της συμπολίτισσας Νέλλης Μελίδου-Κεφαλά "Πρόσφυγες από τη Σίλλη Ικονίου -- Η προσαρμογή ενός πληθυσμού εμπόρων στην Ελλάδα" (1987/2015), που παρουσιάστηκε στην 13η ΔΕΒΘ (2016). Από τα  βιβλία αυτά ο συγγραφέας αντλεί πολύτιμες πληροφορίες για την κοινωνία της Σύλλης στις αρχές του 20ου αιώνα.

Από το πρώτο βιβλίο -- σπανιότατο, ο συγγραφέας βρήκε αντίτυπο στο Μοναστηράκι! -- παραθέτω (σελ. 17-18) ένα απόσπασμα σχετικά με τον χαρακτήρα των Συλλαίων (σελ. 171-72):

Ο Συλλαίος είναι λίαν ευαίσθητος και οξυδερκής, λίαν περιποιητικός και φιλόδοξος ... πλην είναι φίλερις εις το έπακρον και το φίλερι αυτού αποβλέπει προς το κοινόν της πατρίδος συμφέρον. Ούτος είναι σφόδρα πείσμων, ουχί δε μοχθηρός και μνησίκακος. Είναι λίαν ζηλωτής του καλού και φροντίζει να υπερβεί τον άλλον χωρίς να τον βλάψη. Έμφυτα ταύτα εισίν τω Συλλαίω: υπερήφανος και λίαν φιλότιμος, διο και ο πτωχότερος κρύβει εις το κιβώτιον του μίαν μηλωτήν ίνα φορέση αυτήν κατά τας ημέρας του Πάσχα... Εν περιπτώσει διαφωνίας οι Συλλαίοι δεν κακοποιούσι αλλήλους, αλλ' είναι ικανοί να διαιρεθώσι εις είκοσι φατρίας και να συστήσωσι άλλα τόσα σχολεία και διατηρήσωσι άλλους τόσους διδασκάλους εκ του ιδίου αυτών βαλαντίου. Είναι ικανοί θυμωθέντες να ανεγείρωσιν εκκλησίας εις όλας τας συνοικίας αυτών, ίνα εκκλησιάζωνται χωριστά, τουθ΄ όπερ και εγένετο, οπότε το χρήμα ην άφθονον προ τινων χρόνων... 

Από το δεύτερο βιβλίο παραθέτω (σελ. 33) την μαρτυρία της Αθηνάς Johnson-Στάγκογλου (σελ. 104):

Ο πατέρας μου έφυγε, όταν άρχισαν να μεγαλώνουν τα παιδιά. Είπε "μεγαλώνουν τα παιδιά, να τα πάω σε μεγάλη πόλη" και κατέβασε τη δουλειά του από τη Σίλλη στο Ικόνιο. Ήταν κουρέας, έβγαζε δόντια, διόρθωνε ρολόγια, τρόχιζε τα μαχαίρια και ψαλίδια των κουρέων και σιδέρωνε και φέσια. Είχε πέντε καλούπια. Είχε μαγαζί ο πατέρας μου στο κέντρο, απέναντι απ' το δικαστήριο. Κι' έβγαζε και δόντια. Πρωί-βράδυ έρχονταν πελάτες. Ζούσαμε πάρα πολύ καλά.


Ο πατέρας της Αθηνάς δεν αποκλείεται να είναι ο κουρέας (και 'οδοντίατρος' Ελλήνων και Τούρκων) Hambo (Χαράλαμπος) που αναφέρει ο Hasan Basri Sayi στο άρθρο του "Σχέσεις ανάμεσα σε μουσουλμάνους και σε μη μουσουλμάνους στην Σύλλη: 1900-1923" (Τόμος Αγίας Ελένης, σελ. 108-121). Οι σχέσεις αυτές, ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους της Σύλλης, ήταν γενικά πολύ καλές ως το 1914, και σε μεγάλο βαθμό και ως το 1924, αν εξαιρέσει κανείς κάποιες επιτόπιες εκτελέσεις και τους πολλούς θανάτους που έφερε η υποχρεωτική εκτόπιση των ανδρών. Ο συγγραφέας, όπως άλλωστε και η Νέλλη και εγώ, έχασε τον παππού του στην εξορία προς το Ντιάρμπεκιρ, ενώ ακόμη και ο έφηβος τότε πατέρας του -- στην μνήμη του οποίου αφιερώνεται το βιβλίο -- απέφυγε την εξορία χάρις σε ένα σωτήριο τέχνασμα που ο συγγραφέας αναφέρει αλλού. (Σε προσωπική μας συνομιλία -- από τις πολλές που ευτύχησα να έχω μαζί του -- ο συγγραφέας μου είπε ότι ο παππούς του ήταν πιθανότατα ένας από τους 420 που αναχώρησαν από το Ικόνιο τα Χριστούγεννα του 1921, ενώ παραθέτει μαρτυρία, από τον τόμο Έξοδος Β' του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, του Γεωργίου Κοπάση, ενός από τους 60-70 που επέζησαν ως το Ντιάρμπεκιρ.)

Μεγάλη η απόσταση από το Ικόνιο ως το Ντιάρμπεκιρ, αρκετά μεγάλη όμως και η απόσταση από την Ελλάδα ως το Ικόνιο (και ας έγραψε λυπημένα ένας Κούρδος στο youtuibe "Konya was one Greek city", και ας πήρε ο μεγάλος νεκρός του Ικονίου το όνομα "Ρουμί" (1207-1273) ακριβώς επειδή ζούσε "στων Ελλήνων την χώρα"): ο συγγραφέας ευτύχησε να κάνει το μακρύ ταξίδι τρεις φορές, και μάλιστα την τρίτη φορά (Μάρτιος 2012) να υποδεχθεί ως δια μαγείας τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο στην είσοδο της εκκλησίας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, αλλά αυτό που έγραψε στην πρώτη έκδοση της "Σύλλης" (2005), και ύστερα από το πρώτο του ταξίδι εκεί (2000), παραμένει αναλλοίωτο και στην δεύτερη έκδοση (2016), και παρά την ραγδαία ανάπτυξη της περιοχής (ιδίως επί Αχμέτ Νταβούτογλου του κοντοχωριανού μας):

Η μισοπραγματική - μισοφανταστική εικόνα της σημερινής Σύλλης, πράγμα περίεργο, διατηρεί ακέραια τη σχέση της με την πάλαι ποτέ ακμαία Σύλλη των Ελλήνων. Κυρίως γιατί επιβάλλεται στον επισκέπτη με τον περίλαμπρο βυζαντινό ναό της και επειδή εξακολουθεί πάντα να στεφανώνεται από τις γύρω αρχαίες σπηλιές της, τεράστιες κερήθρες ενός μελισσιού, απ' όπου οι μέλισσες έχουν προ πολλού πετάξει.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου